αγωνία

[агониа] ουσ. Θ. агония, тревога.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αγωνία" в других словарях:

  • ἀγωνία — ἀγωνίᾱ , ἀγωνία contest fem nom/voc/acc dual ἀγωνίᾱ , ἀγωνία contest fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἀ̱γωνίᾱ , ἀγωνιάω contend eagerly imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀγωνίᾱ , ἀγωνιάω contend eagerly pres imperat act 2nd sg ἀγωνίᾱ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγωνία — Η ταραχή· αίσθημα ανασφάλειας ή και φόβου. (Βιολ.)Η μεταβατική περίοδος κατά την οποία εξαφανίζονται οι δυνατότητες της ζωής, οι τελευταίες στιγμές πριν από τον θάνατο. Κύρια συμπτώματα της α. είναι: δυσκολία στην αναπνοή που συνοδεύεται με ρόγχο …   Dictionary of Greek

  • ἀγωνίᾳ — ἀγωνίαι , ἀγωνία contest fem nom/voc pl ἀγωνίᾱͅ , ἀγωνία contest fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγωνία — η μεγάλη στενοχώρια, αδημονία: Με μεγάλη αγωνία περίμενε την ημέρα αυτή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγωνιᾶ — ἀγωνιάω contend eagerly pres subj act 1st sg (doric aeolic) ἀγωνιάω contend eagerly pres ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγωνιᾷ — ἀγωνιάω contend eagerly pres subj mp 2nd sg ἀγωνιάω contend eagerly pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic) ἀγωνιάω contend eagerly pres subj act 3rd sg ἀγωνιάω contend eagerly pres ind act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγώνια — ἀγώνιος of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγωνίας — ἀγωνίᾱς , ἀγωνία contest fem acc pl ἀγωνίᾱς , ἀγωνία contest fem gen sg (attic doric aeolic) ἀ̱γωνίᾱς , ἀγωνιάω contend eagerly imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀγωνίᾱς , ἀγωνιάω contend eagerly imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀγωνίας — ἀγωνίᾱς , ἀγωνία contest fem acc pl ἀγωνίᾱς , ἀγωνία contest fem gen sg (attic doric aeolic) ἀ̱γωνίᾱς , ἀγωνιάω contend eagerly imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγωνίαν — ἀγωνίᾱν , ἀγωνία contest fem acc sg (attic doric aeolic) ἀ̱γωνίᾱν , ἀγωνιάω contend eagerly imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱γωνίᾱν , ἀγωνιάω contend eagerly imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀγωνίᾱν , ἀγωνιάω contend eagerly imperf… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.